Ένας “προδότης” υπουργός - του Guy Wagner

Guy Wagner
Bιογραφία:
Μίκης Θεοδωράκης - Μιά ζωή για την Ελλάδα
Εκδόσεις τυπωθήτω
Σελίδες: 415 - 422

ΣΤΙΣ 11 ΑΠΡΙΛΙΟΥ του 1990, ο Μητσοτάκης σχημάτισε μια κυβέρνηση που ως κύριο στόχο της έχει την οικονομική ανάκαμψη της χώρας. Ο Θεοδωράκης γίνεται υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου παρά τω πρωθυπουργώ και αργότερα Επικρατείας. Σύμφωνα με τον Ανδρέα Παπανδρέου δεν είναι απλά ένας αποστάτης, αλλά “ο μεγαλύτερος προδότης στην ελληνική ιστορία 2000 χρόνων”.

Αναρωτιόμαστε πως τα καταφέρνει ο Θεοδωράκης εισπράττοντας τόσο μίσος.

Ο Μητσοτάκης στρέφεται στη συνέχεια σε κάποιον που δεν μπορεί ούτε να του αρνηθεί ούτε να απαρνηθεί την πολιτική: στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Του ζητά να αποδεχθεί ξανά το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Καραμανλής, που είχε ορκιστεί στο παρελθόν να μην έχει καμία ανάμειξη σ' αυτό το “απέραντο φρενοκομείο”, είναι πρόθυμος να παίξει και πάλι το ρόλο του σωτήρα της χώρας. Ωστόσο δεν πετυχαίνει την απαιτούμενη πλειοψηφία – τα τρία πέμπτα των ψήφων δηλαδή – στην πρώτη ψηφοφορία.

Στις 4 Μαΐου, πετυχαίνει οριακή πλειοψηφία κερδίζοντας 153 από τις 300 ψήφους στη δεύτερη ψηφοφορία των βουλευτών και παίρνει τη θέση του Χρήστου Σαρτζετάκη, τον οποίο είχε αντιπροτείνει το ΠΑΣΟΚ για το ανώτατο αξίωμα του κράτους:


Ωστόσο μία και μοναδική ψήφος πρόλαβε πιθανώς το ενδεχόμενο να μην εκλεγεί ο Καραμανλής. Η καθοριστική αυτή ψήφος κατέφθασε αεροπορικώς από το εξωτερικό: ο Μίκης Θεοδωράκης, πρώην κομμουνιστής και νυν βουλευτής της συντηρητικής παράταξης, χρειάστηκε να διακόψει την περιοδεία του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης προκειμένου να δώσει την ψήφο του στον Καραμανλή. Εάν έλειπε αυτή, το αποτέλεσμα θα κρινόταν από τις ψήφους των δύο μουσουλμάνων βουλευτών της Θράκης. Καθώς όμως τους υποψιάζονται ως πράκτορες – συνδέσμους με την Άγκυρα, κανένας πολιτικός της Αθήνας δεν θα επιθυμούσε να τους είναι υπόχρεος για το ύψιστο κρατικό αξίωμα. (Der Spiegel, αρ. 19, 1990, σ. 192)

Και πάλι όμως τον προσβάλλουν χαρακτηρίζοντάς τον προδότη. Είναι, όπως λέει πικραμένος ο ίδιος για τον εαυτό του, ένας “απόβλητος” και είναι πολύ σκληρό γι' αυτόν να διαπιστώνει πως είναι “μόνος, ο μοναδικός περιπλανώμενος, σ' ολόκληρη τη χώρα”.

Προς το τέλος της χρονιάς, ο Μητσοτάκης προτίθεται να εισακούσει τις διαμαρτυρίες των Συνταγματαρχών που έχουν περάσει παραπάνω από δεκαπέντε χρόνια έγκλειστοι στην ειδική πτέρυγα Α στις φυλακές Κορυδαλλού. Μόλις όλως γνωστοποιείται η πρόθεση της κυβέρνησης να δώσει χάρη στους πρωτεργάτες της Χούντας, ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1990 η κυβέρνηση εγκαταλείπει το σχετικό σχέδιο.

Ο Θεοδωράκης, που ψάχνει αδιάκοπα τρόπους να ξαναρχίσει το διάλογο με τη νεολαία, αποφασίζει τότε ν' ασχοληθεί με το πρόβλημα των ναρκωτικών, ένα ζήτημα που κανείς δεν θέλει ν' αντιμετωπίσει ούτε στην Ελλάδα ούτε σ' άλλες χώρες. O Θεοδωράκης προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τους συμπολίτες του σχετικά με την έκταση του προβλήματος: οργανώνει μια φιλόδοξη εκστρατεία, που παίρνει μεγάλες διαστάσεις τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και για την Ελλάδα, όπως επίσης και μια μεγάλη περιοδεία σ' ολόκληρη τη χώρα, που θυμίζουν τις πρωτοβουλίες των Λαμπράκηδων τη δεκαετία του '60. Τα έσοδα από τις σχετικές εκπομπές στην τηλεόραση και τις συναυλίες ο συνθέτης τα διαθέτει στις θεραπευτικές κοινότητες του ΚΕΘΕΑ. Η ανταπόκριση των νέων είναι τόσο θερμή που προκαλεί και πάλι το φθόνο.

Κι όμως οι εχθροί του χρησιμοποιούν αυτή την υποδειγματική και δίχως προηγούμενο εκστρατεία με σκοπό να τον καταστρέψουν πολιτικά. Ενόσω η κοινή γνώμη είναι στραμμένη στους κατηγορούμενους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και με επικεφαλής των πρώην πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, η Μελίνα Μερκούρη αντεπιτίθεται. Κατηγορεί τον Θεοδωράκη ότι χρησιμοποίησε την εκστρατεία κατά των ναρκωτικών προς όφελός του και ότι εισέπραξε 1,5 εκατομμύριο γερμανικά μάρκα.

Ο Μίκης υποβάλλει μήνυση για συκοφαντία εναντίον της εφημερίδας Νίκη και αργότερα κερδίζει τη δίκη. Το κακό όμως έχει γίνει, παρόλο που οι υπεύθυνοι υπαναχωρούν και υποχρεώνονται να δημοσιεύσουν μια διάψευση των συκοφαντικών τους δηλώσεων και να ζητήσουν δημόσια συγγνώμη.

Αυτή η θλιβερή και πικρή για τον Θεοδωράκη υπόθεση βαθαίνει ακόμα περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στον Μίκη και τη Μελίνα.

Το διάστημα που ο Θεοδωράκης διατελεί υπουργός, η Γιουγκοσλαβία του Τίτο καταρρέει. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΟΚ που δεν υιοθετεί αδιάλλακτη αρνητική στάση κατά των Σέρβων του Βελιγραδίου και της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης· απεναντίας, προσπαθεί να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή, ενίοτε μάλιστα υποστηρίζοντας τον Μιλόσεβιτς.

Ιστορικοί λόγοι αιώνων δικαιολογούν αυτή την ευνοϊκή στάση. Πρέπει να λάβουμε υπόψη τον άξονα Ελλάδα – Σερβία – Ρωσία, που προέκυψε αφενός όταν οι λαοί αυτοί αντέταξαν την ορθόδοξη παράδοση που μοιράζονταν ως ασπίδα στον κοινό τους εχθρό – τη μουσουλμανική Τουρκία των κατακτητών και καταπιεστών – και αφετέρου από την αλληλεγγύη, τη συλλογική αντίσταση και τη δράση των ανταρτών ενάντια στα εχθρικά στρατεύματα των κατακτητών στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εξάλλου ο Τίτο παρέμεινε πάντοτε ένας μύθος για την ελληνική αντίσταση. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας είναι ιδιαίτερα καταστροφική για την Ελλάδα, καθώς έχει ως αποτέλεσμα την απόσχιση και την ανεξαρτητοποίηση της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Όταν η κυβέρνηση των Σκοπίων αποφασίζει να διεκδικήσει το όνομα Μακεδονία, ξεσπά κρίση στην εσωτερική και εξωτερικά πολιτική της χώρας – αναβιώνει όλη η ιστορία της περιοχής, με τη Μακεδονία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τον Ήλιο της Βεργίνας που ανάγεται σε εθνικό σύμβολο και κυκλοφορεί ακόμα και σε γραμματόσημα. Ο Θεοδωράκης τάσσεται εμφανώς υπέρ της κυβέρνησης.

Η ανυποχώρητη στάση του ενοχλεί, όπως αποδεικνύει και η αντιπαράθεσή του με τον σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς. Νιώθει ωστόσο περήφανος λέγοντας ότι εκείνος “ ήταν ο πρώτος που κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου στη σύσκεψη της κυβέρνησης στις 6.11.1991 υπερασπίστηκε την άποψη που δεν αναγνώριζε το κράτος των Σκοπίων όσο δεν αποφάσιζε να καταργήσει από την επίσημη ονομασία του τη λέξη “Μακεδονία”, όσο δηλαδή οι αρχές προσπαθούσαν να καταχραστούν κάτι που δεν τους ανήκε” (Επιστολή στον Βιμ Βέντερς, φθινόπωρο του 1992).

Η απέλαση των παράνομων μεταναστών από την Αλβανία και η πίεση που ασκείται στα Τίρανα να καταργήσει τα ατιμωτικά για τους ελληνικής καταγωγής ορθόδοξους μέτρα που εφαρμόζει αποτελούν επιπλέον εστίες έντασης ανάμεσα στην Ελλάδα και τον βόρειο γείτονά της. Ο Θεοδωράκης δηλώνει ότι η Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να υπαναχωρήσει από τις θέσεις της.

Καθώς στη διάρκεια του έτους “Μάαστριχτ” η δυσφορία και η κριτική που προκαλεί στους Ευρωπαίους η κατάσταση της Ελλάδας διαρκώς επιτείνονται, ο Θεοδωράκης προτείνει στους συμπολίτες του να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι ζήτημα “εθνικής υπερηφάνειας”.

Γι' ακόμη μια φορά, ο Θεοδωράκης είναι ο υποκινητής του έθνους που, θέτοντας πάντοτε πολύ υψηλές απαιτήσεις, επιχειρεί να ευαισθητοποιήσει τους συμπατριώτες του και να τους δώσει να καταλάβουν ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα.

Τον Μάρτιο του 1992, ο Θεοδωράκης εξηγεί σε μια συνέντευξη ότι οι προσδοκίες που τον ώθησαν να ασπαστεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη – δηλαδή η κάθαρση των σκανδάλων της κυβέρνησης Παπανδρέου, η διαφάνεια στον αντιτρομοκρατικό αγώνα, ο διάλογος με την Τουρκία – πραγματοποιήθηκαν κατά τη γνώμη του “ικανοποιητικά”, εφόσον η αντιμετώπιση των εν λόγω ζητημάτων έχει δρομολογηθεί.

Δεν κρύβει ωστόσο πως κατά βάθος λυπάται που πολλές από τις προτάσεις του αγνοήθηκαν κι ότι δεν κατάφερε παρά λίγα πράγματα σε μια κυβέρνηση της οποίας οι προτεραιότητες μετά βίας συμπίπτουν με τις δικές του. Αν και εξακολουθεί να τα πηγαίνει καλά με τον Μητσοτάκη, αποφασίζει να εγκαταλείψει το υπουργικό αξίωμα, κρίνοντας ότι η παρουσία του δεν έχει πλέον κανένα νόημα.

Κατά την παραμονή του στο Λουξεμβούργο το φθινόπωρο του 1992 – με σκοπό να συμμετάσχει στο ανέβασμα του Canto General από τις χορωδίες της Γαλλίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου – πυροδοτεί μια νέα πολιτική αναταραχή. Κατηγορεί υπουργούς και βουλευτές της ΝΔ για έλλειψη αλληλεγγύης προς τον Μητσοτάκη και την κυβέρνηση και απειλεί να αποσύρει την υποστήριξή του, κίνηση που θα επέφερε πολιτική ανισορροπία και θα οδηγούσε σε πρόωρες εκλογές.

Εντούτοις δεν εγκαταλείπει τα οράματά του. Αφιερώνεται στη σύγκληση μιας ευρωπαϊκής συνάντησης κορυφής με θέμα τον πολιτισμό, που τη θεωρούσε από καιρό αναγκαία μιας και ελπίζει να φέρει τον πολιτισμό στο επίκεντρο της πολιτικής:

Θα έπρεπε, σε κάθε χώρα, οι συγγραφείς, οι μουσικοί και οι ζωγράφοι να συγκεντρώνονται σε ομάδες ειδικών με σκοπό να διαμορφώσουν νέες προοπτικές και να εκπονήσουν σε εθνικό επίπεδο εναλλακτικές και δυνατότητες χρηματοδότησης του πολιτιστικού τομέα [...]. Γιατί η κουλτούρα είναι η καθαυτό έκφραση της ελευθερίας. (Στο: Westdeutsche    Zeitung, 5.12.1992)

         
Παρουσιάζεται στις συνεδριάσεις της Βουλής μονάχα δύο φορές την εβδομάδα και λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1993, εγκαταλείπει το βουλευτικό αξίωμα.

O Θεοδωράκης βρίσκεται πλέον ελεύθερος απ' όλες του τις πολιτικές υποχρεώσεις.

Θα μπορέσει τώρα να συγκεντρωθεί και πάλι – ή επιτέλους – στη μουσική του, μέσα στην ηρεμία και τη μοναχικότητα που του προσφέρει το διαμέρισμα στην Αθήνα ή το εξοχικό στο Βραχάτι; Θα κατορθώσει να αποτινάξει τη λασπολογία της πολιτικής και να είναι διαθέσιμος μόνο για την οικογένειά του και τον εαυτό του, δηλαδή τη δημιουργία του;

Αλίμονο! Οι χορωδοί και οι μουσικοί της ορχήστρας της ΕΡΤ του ζητούν να αναλάβει γενικός διευθυντής.

Ανταποκρίνονται στην επιθυμία τους δηλώνοντας πρόθυμος να αναλάβει τη διεύθυνση της χορωδίας και των δύο ορχηστρών. Του αναθέτουν λοιπόν τη θέση και ξεκινά να αναδιοργανώνει εκ θεμελίων τα σύνολα, που βρίσκονται σε κακά χάλια. Σε διάστημα μόλις δεκαοκτώ μηνών, ο Θεοδωράκης κατορθώνει να δημιουργήσει δύο από τα καλύτερα μουσικά σύνολα της χώρας.

Η ορχήστρα “ελαφριάς μουσικής” γίνεται τώρα “Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής”, καθώς για τον Θεοδωράκη σύγχρονη μουσική στην Ελλάδα σημαίνει τραγούδι, λαϊκή μουσική, μετασυμφωνική μουσική, ορατόριο, ζωντανή μουσική. Τελειοποιεί επίσης τη χορωδία της ΕΡΤ, που φημίζεται για την ποιότητά της.

Εργάζεται ασταμάτητα, αυξάνοντας τους ρυθμούς της δουλειάς του κατά 150 τοις εκατό. Δίνει πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και σε σύντομο χρονικό διάστημα προγραμματίζει με τη Συμφωνική Ορχήστρα επτά ταξίδια στο εξωτερικό – Κάιρο, Φεστιβάλ της Καρχηδόνας στην Τυνησία. Κωνσταντινούπολη, Κολονία, Μόντρεαλ. Επιπλέον αναλαμβάνει μια περιοδεία στις ΗΠΑ, με 160 μουσικούς και τραγουδιστές, που διαρκεί έναν μήνα και σημειώνει τεράστια επιτυχία.

Στο ταξίδι αυτό με απόφασή της η Γερουσία του απευθύνει χαιρετισμό θεωρώντας τον μέγα πρέσβη του πολιτισμού της χώρας του. Μετά την αποσύνθεση του κομμουνισμού, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως ακόμα κι εκείνος παίρνει άφεση αμαρτιών.

Νωρίτερα, τον Απρίλιο του 1993, αφού περίμενε είκοσι χρόνια, έχει επιτέλους τη χαρά να παρουσιάσει το Canto General στη Χιλή κι έτσι να αποτίσει φόρο τιμής στον νεκρό φίλο Πάμπλο Νερούδα και στον δολοφονηθέντα πρόεδρο Σαλβατόρ Αλιέντε.

Με μικρότερα μουσικά σύνολα οργώνει αμέτρητες συναυλίες, στις οποίες πολλοί νέοι συνθέτες και ερμηνευτές παρουσιάζονται στην ελληνική επαρχία. Παρατηρώντας προσεκτικά τις κινήσεις του, βλέπουμε ότι επιστρέφει στην ιδέα που είχε διαμορφώσει στη δεκαετία του '60, στη φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία οι θησαυροί του πολιτισμού οφείλουν να είναι κοινό κτήμα όλων και πρέπει να μεταλαμπαδευτούν στον κόσμο. Η ίδια αντίληψη προσανατολίζει τη δράση του ως καλλιτεχνικού διευθυντή των σημαντικότερων μουσικών συνόλων της χώρας. Δυστυχώς όμως μια νέα ρήξη ετοιμάζεται.

Στις εκλογές της 10ης Οκτωβρίου του 1993, ο Παπανδρέου επιστρέφει θριαμβευτής. Το εκλογικό αποτέλεσμα αφήνει άναυδο τον κόσμο. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας χαρακτηρίζει τους Έλληνες “λαό χωρίς ιστορική μνήμη”. Η Μελίνα Μερκούρη ξαναγίνεται υπουργός Πολιτισμού.

Όπως συνηθίζεται σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης που κερδίζει κυβερνητική πλειοψηφία, ο Θεοδωράκης, όπως και άλλοι διευθυντές σε κρατικές υπηρεσίες, υποβάλλει την παραίτησή του. Δεν λαμβάνει, όμως, καμία επίσημη απάντηση. Ο Παπανδρέου και η Μερκούρη διστάζουν να τη δεχθούν. Κατά συνέπεια, ο Θεοδωράκης διευθύνει δύο εβδομάδες αργότερα την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τη χορωδία της ΕΡΤ στο φεστιβάλ “Europa – musicale” στο Μόναχο. Το κοινό επευφημεί και χειροκροτεί όρθιο την παρουσίαση της Σουίτας Ζορμπάς, πάνω στη μουσική που διασκεύασε το 1988 για το ομώνυμο μπαλέτο.

Τον Μάρτιο του 1994, θέλει να διαπιστώσει γι' ακόμη μια φορά εάν η υποδοχή του ευρωπαϊκού κοινού παραμένει θερμή. Ξεκινά μια νέα περιοδεία, με σύνθημά της το “Μουσική χωρίς σύνορα”. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει μουσική δωματίου και μουσική για πιάνο από τις πρώιμες συνθέσεις του, όπως επίσης και δημοφιλή του τραγούδια που ερμηνεύει ο ίδιος.

Δύο σύντροφοι στην πορεία της ζωής του πεθαίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα ο ένας από τον άλλον. Η Μελίνα Μερκούρη πεθαίνει από καρκίνο στους πνεύμονες, στις 6 Μαρτίου στη Νέα Υόρκη. Στις 15 Ιουνίου, ο Μάνος Χατζιδάκις πεθαίνει σε ηλικία 69 ετών στην Αθήνα. Η κηδεία του γίνεται, όπως το είχε ζητήσει, σε κλειστό οικογενειακό κύκλο. Ο γιος του αρνείται στον Μίκη το δικαίωμα να παραστεί στην ταφή.

Ο Θεοδωράκης είχε επίσης προγραμματίσει για το 1994 μια ακόμη χρονιά ελληνικής μουσικής. Δύο μήνες θα ήταν αφιερωμένοι στον Σκαλκώτα, έναν από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της ελληνικής συμφωνικής μουσικής. Οι επόμενοι έξι θα ήταν αφιερωμένοι στη μουσική τεσσάρων ιστορικών περιόδων: της εθνικής σχολής, της περιόδου του πολέμου, της μεταπολεμικής περιόδου και τέλος της σύγχρονης μουσικής. Δύο ημέρες όμως μετά το θάνατο του Χατζιδάκι, υποβάλλει την οριστική παραίτησή του από τη θέση του Γενικού Διευθυντή Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ.

“Πραγματοποιήσαμε κάτι τόσο θαυμάσιο. Είχαμε στήσει έναν χώρο που έμοιαζε με μελίσσι, αλλά όλα αυτά, πάει, τέλειωσαν τώρα”, λέει σχολιάζοντας αναδρομικά τη θητεία του ως μουσικός διευθυντής της ΕΡΤ.

Τελικά παραιτείται, πρωτίστως γιατί έδωσε λαβή για μια νέα αντιπαράθεση, που είναι ίσως η πιο σκληρή και αυτή με τις περισσότερες συνέπειες που υπέστη ποτέ του. Για την ακρίβεια, ο Θεοδωράκης προβάλλει ως κύριο επιχείρημα για την παραίτησή του, τον “μπερλουσκονισμό”, τον σταδιακό έλεγχο των πολιτιστικών πραγμάτων από τα ΜΜΕ.

Κατά συνέπεια γίνεται και πάλι πρωτοσέλιδο σ' όλες τις εφημερίδες. Τούτη τη φορά όμως, τον παραδέχονται ακόμα κι οι πιο ορκισμένοι του εχθροί, αφού κανείς μέχρι τότε δεν τόλμησε να τα βάλει μ' αυτούς τους πανίσχυρους άνδρες, πόσο μάλιστα με το βασίλειο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Σχόλια