ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΦΩΝΗ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΗΣ ΚΝΕ (Γ' ΜΕΡΟΣ)


Σχετικά με το κυβερνητικό πρόγραμμα της «Σπίθας» με βασικό άξονα την εκμετάλλευση του Εθνικού μας Πλούτου με την μέθοδο των Κοινοπραξιών, πρέπει να τονίσουμε ότι θέσαμε ως προϋπόθεση την ύπαρξη μιας Κυβέρνησης μετά από την εκλογική νίκη του Πατριωτικού Λαϊκού Μετώπου με κεντρικό στόχο την κατάκτηση της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Φυσικά δίχως Εθνική Ανεξαρτησία όπως ακριβώς είναι η χώρα μας σήμερα, οι «Κοινοπραξίες» μεταβάλλονται στις γνωστές «επενδύσεις» δηλαδή σε πράξεις που αντικαθρεφτίζουν την εξάρτηση της χώρας. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούμε με το ΚΚΕ και την ομιλία του σ. Δ. Κουτσούμπα στην ομιλία του στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ.

Με άλλα λόγια, μέσα στις σημερινές συνθήκες της πολλαπλής εποπτείας της χώρας μας από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη των Τραπεζών, κάθε οικονομική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης καταλήγει σε ξένα ταμεία και μεγαλώνει την οικονομική μας εξάρτηση από τους ξένους αντί να την ελαττώνει.


Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ξαναθυμίσω κάτω από ποιες συνθήκες διαπιστώσαμε ότι είναι δυνατή η δημιουργία αυτού του Πατριωτικού Μετώπου που θα ήταν ικανό να μας οδηγήσει στην κατάκτηση της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Από το 2009 στην αρχή της μεγάλης κρίσης, παρατηρήθηκε μια μεγάλη κινητικότητα μέσα στον Λαό μας. Η δική μου άποψη ήταν ότι τα γεγονότα μας οδηγούσαν σε μια τρίτη ιστορική ευκαιρία μετά από εκείνες του τέλους της γερμανικής κατοχής και της αρχής της χούντας. Το κοινό σημείο ήταν ότι και στις δύο περιπτώσεις ο Λαός βρέθηκε με την πλάτη του κολλημένη στον τοίχο. Δηλαδή στο σημείο εκείνο που διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα υποχώρησης και γίνεται ήρωας ή ραγιάς.

Είναι πια αποδεδειγμένο ότι χάσαμε τις δύο πρώτες από λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ. Στην πρώτη, ενώ ελέγχαμε 100% τη χώρα, αντί να προχωρήσουμε αναδεικνύοντας την Κυβέρνηση του Βουνού σε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, βοηθήσαμε τον Γεώργιο Παπανδρέου, γνωρίζοντας ότι ήταν πιόνι στα χέρια του Τσώρτσιλ, να γίνει πρωθυπουργός μιας υποτιθέμενης Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, γιατί στην ουσία της, όπως αποδείχθηκε, ήταν Κυβέρνηση Εθνικού Διχασμού με μοναδικό στόχο την εξόντωση του ΕΑΜ. Όταν στα 1963 ιδρύσαμε την Δημοκρατική Κίνηση Νέων «Γρηγόρης Λαμπράκης», η επιτροπή πρωτοβουλίας συναντήθηκε στο Καστρί με τον ηγέτη της Ένωσης Κέντρου για να του προτείνει συνεργασία, ώστε αυτή η Κίνηση να εκφράζει τη νεολαία όλου του δημοκρατικού χώρου. Εκεί ο κ. Παπανδρέου μας υποδέχθηκε με μια ομιλία τριών τετάρτων της ώρας, στην οποία μεταξύ άλλων μας είπε ότι είναι υπερήφανος, γιατί χάρη σ’ αυτόν η χώρα μας γλίτωσε από τον κίνδυνο να γίνει κομμουνιστική. «Όταν ήρθα επί κεφαλής της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας», μας είπε, «το ΕΑΜ είχε μαζί του το 70% του πληθυσμού της χώρας. Όμως χάρη σε μένα, κατορθώσαμε να κατεβάσουμε την επιρροή του σε ένα μονοψήφιο αριθμό». Στο σημείο αυτό τον διέκοψα λέγοντας «Μα κύριε Πρόεδρε, πώς εσείς ένας δημοκράτης, μας λέτε ότι είσθε περήφανος γιατί χτυπήσατε την πλειοψηφία του λαού μας;». Και εκείνος μας έδωσε την εκπληκτική απάντηση ότι κανένας λαός δεν έχει το δικαίωμα να γίνει κομμουνιστής.

Σ’ αυτό το πνεύμα υπήρχε την επομένη μια λιτή ανακοίνωση του Γραφείου της Ε.Κ. που χαρακτήριζε την Κίνηση κομμουνιστική και καλούσε την ελληνική νεολαία να μείνει μακριά της. Σίγουρα τότε το ΕΑΜ είχε μαζί του την συντριπτική πλειοψηφία του Λαού μας, γεγονός που αποτελούσε ιστορική εντολή να γίνει αυτό η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Όταν άρχισε να εφαρμόζει το σχέδιο του Τσώρτσιλ ο Γεώργιος Παπανδρέου, το πρώτο βήμα ήταν να βάψει με αίμα το ειρηνικό συλλαλητήριο στις τρεις του Δεκέμβρη του 1944 οδηγώντας μας στα Δεκεμβριανά.

Πριν συνεχίσω, θυμίζω εδώ ότι ο Άγγλος στρατάρχης στη Μεσόγειο έγραφε στον Τσώρτσιλ στα μέσα Δεκεμβρίου όταν ξεκίνησε η επίθεση των Αρδενων του Χίτλερ που βρήκε τους συμμάχους στον ύπνο, «Πρέπει να στείλουμε όλες μας τις δυνάμεις στο Δυτικό Μέτωπο και γι’ αυτόν τον λόγο δεν έχουμε δυνάμεις που θα μας επιτρέψουν να νικήσουμε στην Αθήνα. Γι’ αυτό σας προτείνω να βρείτε μια πολιτική λύση».

Θα ήθελα εδώ να απαντήσω σ’ αυτή την γυναικεία φωνή που με υποδέχθηκε όταν κατέβαινα από το αυτοκίνητο στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ: «Μίκη, ό,τι κι αν κάνεις, τα τραγούδια σου είναι κομμουνιστικά».

Την εποχή εκείνη, ήμουν Β΄ Γραμματέας στην ΚΟΒ Νέας Σμύρνης. Δεν μου άρεσε όμως η δουλειά του γραφείου σε ώρες μάχης και γι’ αυτό με κομματική απόφαση επιστράτευσα τους φοιτητές σχηματίζοντας την «Μεταξωτή Διμοιρία», όπως μας αποκαλούσαν ειρωνικά οι «ψημένοι» Ελασίτες. Όμως η διμοιρία αυτή πολέμησε στην πρώτη γραμμή και διακρίθηκε για το θάρρος και την αυτοθυσία της. Παρά το γεγονός ότι ο αντίπαλος ήταν συντριπτικά ανώτερος, εμείς προχωρούσαμε από νίκη σε νίκη, έως ότου φτάσαμε στο στρατόπεδο χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη, όπου βρίσκονταν χιλιάδες χωροφύλακες που είχαν και την αμέριστη συνδρομή των Άγγλων, οι οποίοι περνούσαν μέσα από τις γραμμές μας ελεύθερα και προκλητικά, γιατί κατά το Πολιτικό Γραφείο, δηλ. ουσιαστικά τον Γενικό Γραμματέα Σιάντο, ήσαν σύμμαχοί μας. Και όταν οι Άγγλοι και οι Ινδοί στρατιώτες μας σκοτώνανε ακόμα και από την Ακρόπολη, εμείς δεν είχαμε το δικαίωμα να τους χτυπήσουμε.

Κατά την άποψή μου, δεν ήθελε και πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι το πράγμα μύριζε. Τα στελέχη όμως δεν δέχονταν κουβέντα και εφαρμόζανε κατά γράμμα τις ντεφετίστικες εντολές, δηλαδή τις εντολές για υποχώρηση, ενώ ήταν φανερό ότι εμείς του εφεδρικού ΕΛΑΣ της Αθήνας ήμασταν σε θέση να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς τη βοήθεια των δυνάμεων του βουνού με επί κεφαλής τον Άρη και τον Σαράφη. Συζητώντας με τους άλλους μέσα σε συνθήκες σκληρής μάχης, με πολλά θύματα νεκρούς και τραυματίες, σχημάτισα την άποψη ότι δεν ήμουν μονάχα εγώ που σκεφτόμουν έτσι. Και όταν ο κόμπος έφτασε στο χτένι, περίπου διακόσιοι ελασίτες με επί κεφαλής τον συν. Τριαντάφυλλο και την αφεντιά μου διαφωνήσαμε ανοιχτά με την κομματική γραμμή των υποχωρήσεων και προτείναμε αλλαγή της τακτικής. Βρισκόμασταν στα υψώματα στο τέρμα της οδού Αρτάκης της Νέας Σμύρνης, στα όρια του Νέου Κόσμου προς το τέλος του Δεκέμβρη και είχαμε απέναντί μας τανκς και αεροπλάνα.

Ξαφνικά έφτασε ένας λόχος από αντάρτες του μόνιμου ΕΛΑΣ εφοδιασμένους με όλμους και μυδράλια, με επί κεφαλής τον συν. Μαργαρίτη. Τότε αποφασίσαμε μόνοι μας, χωρίς να κατατοπίσουμε την πολιτική ηγεσία της πέμπτης αχτίδας με επί κεφαλής την συν. Κατσαρίδα και τον Χαλκιαδάκη, να περάσουμε στην επίθεση. Όλη τη νύχτα περικυκλώσαμε τις εχθρικές δυνάμεις και τα χαράματα τους αιφνιδιάσαμε. Με τα μυδράλια και τους όλμους τα χάσανε και άρχισαν να υποχωρούν με γρήγορο ρυθμό. Μετά από πολλά τετράγωνα, ξαφνικά σταμάτησαν τα μυδράλια. Για μισή περίπου ώρα, η κατάσταση ήταν στάσιμη. Όμως αμέσως μετά, ο εχθρός άρχισε την επίθεση κι εμείς υποχωρώντας φτάσαμε στον Ξεροπόταμο. Εκεί μας βρήκαν τα αεροπλάνα εκτεθειμένους και μας πετσοκόψανε.

Ο Ξεροπόταμος είχε γεμίσει με πτώματα και τραυματίες. Όσοι απομείναμε, φτάσαμε στον Νέο Κόσμο, όπου είδαμε τους αντάρτες πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα. Μόλις με είδε ο Μαργαρίτης, μου λέει: «Σου ζητώ συγγνώμη, όμως την ώρα της μάχης ήρθε η διαταγή να εγκαταλείψουμε». «Ξέρεις», του λέω, «πόσο μας κόστισε αυτή η εντολή;» «Δεν είχα δικαίωμα να κάνω κάτι άλλο. Και πάλι σου ζητώ συγγνώμη». Την άλλη μέρα μιλήσαμε σε ανοιχτή συγκέντρωση ο Τριαντάφυλλος κι εγώ, ενώ τα τανκς ήταν σε διακόσια μέτρα απόσταση. Μόλις τελειώσαμε, ακούσαμε το χωνί από τη μεριά του λόφου, όπου είχε καταφύγει η κομματική ηγεσία: «Το έκτακτο ανταρτοδικείο του Πρώτου Συντάγματος καταδίκασε σε θάνατο τον Τριαντάφυλλο και τον Θεοδωράκη. Εντολή να τους συλλάβετε, για να τουφεκισθούν».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, άρχισε η τελευταία μεγάλη μάχη του Δεκέμβρη. Εγώ με τον Τριαντάφυλλο ξαπλώσαμε πίσω από μια μάντρα περιμένοντας τον εχθρό. Μου λέει ο Τριαντάφυλλος: «Για σκέψου, σύντροφε, να μας τουφέκιζαν οι δικοί μας». Κι εκείνη τη στιγμή μια σφαίρα του τρυπά το μέτωπο και μένει με τα μάτια ανοιχτά περιμένοντας να του απαντήσω. Το κάνω τώρα… Αγαπητέ μου σύντροφε, ο θάνατός σου ήταν μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στην μεγάλη τραγωδία που έμελλε να ζήσει ο λαός μας, μόνο και μόνο γιατί η περίπτωση του Σιάντου μας είχε οδηγήσει στην απώλεια μιας ιστορικής ευκαιρίας για τον λαό μας και στην καταδίκη του να ζήσει τις μεγάλες δοκιμασίες του Εμφυλίου, του αστυνομικού καθεστώτος και της στρατιωτικής δικτατορίας. Αγαπητή άγνωστη συντρόφισσα, καταδικάζεις κι εσύ χωρίς να ξέρεις. Έτσι, λίγο πριν φύγω για πάντα, αποφάσισα να σας πω όλη την αλήθεια, όπως την έζησα, με πολλά τραύματα στο κορμί, στην ψυχή και στην τιμή μου.

Εγώ τότε είδα, πίστεψα και πάλεψα για τη νίκη του λαού μας μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Όμως δεν ήμουν παρά ένας απλός διμοιρίτης μαχητής που τον καταδικάσανε σε θάνατο στελέχη αφοσιωμένα σ’ έναν ηγέτη που θα τον καταδίκαζε το κόμμα μετά από πολλά χρόνια και όταν είχαν πια χυθεί ποτάμια αίματος από το άνθος του λαού μας, την ελληνική νεολαία που έφυγε μέσα στην καταισχύνη. Εγώ όμως θα παραμείνω όρθιος έως το τέλος της δοκιμασίας χωρίς να χάσω την πίστη και την αφοσίωσή μου στον ελληνικό λαό ούτε για μια στιγμή…

Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου και πάλι διαφώνησα με την ηγεσία του κόμματος. Επειδή οι Άγγλοι πιάσανε χιλιάδες αριστερούς και τους πήγαν στο Ελταμπα της Λιβύης, το κόμμα αποφάσισε να πιάσει αθώους πολίτες, στην τύχη και να τους πάει στο βουνό ως ομήρους, για να τους ανταλλάξει με εκείνους που είχανε στείλει στην Λιβύη οι Άγγλοι. Όμως αυτοί είχανε τα μέσα για να ταϊσουν όσους πιάσανε και να τους βάλουνε σε σκηνές, ενώ οι δικοί μας που πεινούσαν και οι ίδιοι, οδηγούσανε το καραβάνι των ομήρων στα βουνά χωρίς τροφή και στέγη, με αποτέλεσμα να πεθαίνει ο κόσμος από το κρύο, την κούραση και την πείνα. Αυτή ήταν μια άθλια ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα να ραγίσει για πρώτη φορά η εμπιστοσύνη του λαού μας προς το ΕΑΜ και προς το Κόμμα.

Το δεύτερο λάθος ήταν η απόφαση να αδειάσει η Αθήνα από τους αριστερούς. Ως και ο … Μάνος Χατζιδάκις διέσχισε πεζοπορώντας τα βουνά και τα λαγκάδια για να φτάσει στη Λάρισα. Εγώ δεν έφυγα ούτε πήρα μέρος στις συλλήψεις των ομήρων. Στην αρχή κρύφτηκα στην οδό Υπερείδου στην Πλάκα, σε σπίτι συγγενικό και μετά στην αποθήκη ενός επιπλοποιείου στην Καλλιθέα. Οι συνθήκες αμέσως μετά τον Δεκέμβρη ήταν τρομακτικές για τους αριστερούς. Όμως μπορούσαν να κρυφτούν, όπως εγώ, σε φιλικά σπίτια. Ας μην ξεχνάμε, ότι τότε στα δέκα σπίτια τα εφτά ήτανε δικά μας. Ένα βράδυ, καθώς περπατούσα στη Συγγρού, έπεσα επάνω σε ένα σύντροφο που ήταν υπεύθυνος επιμελητής στον λόχο μας. Τον είχανε χτυπήσει άγρια. Ήτανε και φυματικός, παραπατούσε καθώς τον οδηγούσα στην αποθήκη. Τον ξάπλωσα στα ροκανίδια και [πλάγιασα πλάι του. «Μίκη», μου λέει, «θέλω πριν πεθάνω, να πάρω μέρος σε κομματική σύσκεψη. Τι λες; Θα τα καταφέρω;»

Έτσι, μπήκα στη δουλειά για να τον ικανοποιήσω. Όταν δούλευα σε μια υπηρεσία στην οδό Φιλελλήνων, έτυχε να πάω για δουλειές του γραφείου στην Ιονική Τράπεζα, πλάι στον κινηματογράφο Ορφέα, στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί είχα δει ένα δωμάτιο με γραφομηχανές και πολύγραφους. Παίρνω λοιπόν ένα σακί, βάζω μέσα μια γραφομηχανή και ένα πολύγραφο, αγοράζω και δέκα στένσιλς και πάω στην αποθήκη. Εκεί, μαζί με τον σύντροφο Θυμιο, συντάσσουμε την πρώτη προκήρυξη του ΚΚΕ μετά τα Δεκεμβριανά. Τίτλος, «Ανοιχτή επιστολή στον Ουίνστον Τσώρτσιλ». Υπογραφή «ΚΚΕ». Την χτυπάω στην γραφομηχανή και τυπώνω πενήντα προκηρύξεις και ένα βράδυ αρχίζω να τις βάζω κάτω από τις πόρτες των σπιτιών στην Νέα Σμύρνη. Μέσα σε κάποιο σπίτι ήταν Άγγλοι στρατιώτες, κάτι που φυσικά εγώ δεν ήξερα. Δεν πρόλαβα να φτάσω στην πόρτα του κήπου, όταν άκουσα να ανοίγει η πόρτα του σπιτιού και να τρέχουν κατά πάνω μου. Ο φόβος με έκανε να χτυπώ τα πόδια στην πλάτη μου… Δεν θα ήμουνα στα πενήντα μέτρα όταν άρχισαν να πυροβολούν. Ευτυχώς η Νέα Σμύρνη είχε τότε μπροστά σε κάθε σπίτι κήπους και αυτό με έσωσε, γιατί ήξερα καλά τα κατατόπια.

Στη συνέχεια κάθε μέρα συναντούσα έναν σύντροφο που γύριζε ζαλισμένος στο δρόμο. Όταν φτάσαμε τους είκοσι, αποφάσισα να τους μαζέψω όλους στην αποθήκη, για να ακούσει ο σ. Θύμιος την προσφώνηση «Σύντροφοι και συντρόφισσες». Έτσι έκανα την πρώτη ΚΟΒ μετά τα Δεκεμβριανά. Στην πρώτη μας συνεδρίαση ο σ. Θύμιος είχε τα μάτια κλειστά και καθώς η συζήτηση προχωρούσε, χαμογελούσε ευτυχισμένος. Ύστερα από δυο μέρες, αποφάσισα να πάω στο σπίτι του στην Άνω Νέα Σμύρνη για να τους πω τα δυσάρεστα νέα. Την άλλη μέρα ήρθαν συγγενείς και τον πήρανε. Φιληθήκαμε και αποχαιρετιστήκαμε. Σε λίγες μέρες πέθανε κι εγώ δεν μπόρεσα να πάω στην κηδεία, γιατί εκεί θα ήταν όλη η Ασφάλεια.

Αργότερα, στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος, με κάλεσε ο Φάνης Μπαρτζώκας για να μου δώσει συγχαρητήρια και να με βάλει σε τιμητική θέση στην φρουρά πίσω από τον Νίκο Ζαχαριάδη, τότε που είπε ότι η θέση της Ελλάδας πρέπει να είναι σε ίση απόσταση από την Σοβιετική Ένωση και την Αγγλία. Δηλαδή Ουδετερότητα, όπως πρότεινα κι εγώ πριν λίγο καιρό από το βήμα της Ακαδημίας Αθηνών χωρίς να δω έως σήμερα καμιά ανταπόκριση από πουθενά ούτε φυσικά κι από το ΚΚΕ που με αγνόησε εντελώς.

Και σκέφτομαι τώρα, μήπως η σκληρή τιμωρία του από τους σοβιετικούς στην φριχτή απομόνωση στα βάθη της Σιβηρίας, οφείλεται σ’ αυτή την πρωτοποριακή σκέψη του, που έδειχνε την βαθειά αγάπη του κομμουνιστή ηγέτη για την πατρίδα του…

ΤΕΛΟΣ

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα, 30.9.2017

Σχόλια